Μόλις είχαμε φτάσει στο μαγαζί. Ξέρεις από αυτά που συχνάζουμε εμείς. Μικρό, ζεστό, φιλόξενο μεζεδοπωλείο. Η μουσική να παίζει στο παρασκήνιο σε ένταση τόση ώστε να μπορείς να «βαϊμπάρεις» αλλά να ανταλλάξεις και μια κουβέντα με την παρέα σου, ρε παιδί μου. “Απλό”, αλλά περιεκτικό. Τραπεζάκια τετράγωνα, ξύλινα , χωρίς περιττά τραπεζομάντηλα ή τσιτσιμπλίκια. Μόνο τα απαραίτητα. Φαινόταν γεμάτο κόσμο. Άσε που το άκουγες κιόλας, πριν καν ανοίξεις την πόρτα και περάσεις το κατώφλι του.
‘Ήταν η δεύτερη φορά που περνούσαμε από εκεί εκείνο το βράδυ, ψάχνοντας πού θα κάτσουμε χωρίς κανένα σχέδιο προορισμού, όπως συνηθίζουμε άλλωστε. Αφού την πρώτη δεν είχαμε την ίδια τύχη: ένα τραπεζάκι σαν να μας περίμενε με το που ανοίξαμε την πόρτα, στα δεξιά. Χαιρετήσαμε τα παιδιά και αράξαμε. Παραγγείλαμε, σχετικά άμεσα, τα συνηθισμένα πάνω-κάτω. Φαγητάκι, κρασάκι, μουσικούλα, σουσουδάκι και εμείς. Τί άλλο να ζητούσαμε;
Δεν είχε περάσει πάνω από μισή ωρίτσα και η πόρτα δίπλα μας άνοιξε και πάλι. Αυτή τη φορά όμως, δεν ήταν πελάτης.
«Ένας ακόμα από αυτούς τους φουκαράδες τους μικροπωλητές που γυρνούν στα μαγαζάκια για μεροκάματο» σκέφτηκα. Μας χαμογέλασε και πλησίασε. Καθώς ακουμπούσε στο τραπέζι ένα-ένα απ’ όλη την πραμάτεια του, εγώ του σιγομίλησα:
«Δεν χρειαζόμαστε κάτι αυτή τη στιγμή. Ευχαριστούμε πολύ». Αυτός συνέχισε.
«Δεν θα πάρουμε κάτι φιλαράκο μου, ευχαριστούμε και πάλι», συνέχισα και εγώ. Αυτός; Πάλι τα ίδια. ‘Έκανε τη δουλειά του, με ένα σφιχτό, αλλά πλατύ χαμόγελο στα χείλη.
“Συγγνώμη με ακούτε;”
Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου και ο “φιλαράκος” είχε γυρίσει ήδη την πλάτη, να συνεχίσει στα υπόλοιπα τραπέζια.
Ήταν η σειρά μου να σφίξω τα χείλη. Γύρισα και κοίταξα τη Δήμητρα γουρλωμένος.
“Τί;” με ρωτάει. Δεν απάντησα. Άρχισα να ψάχνω ανάμεσα στα μπιχλιμπίδια του. Βρήκα μια κάρτα. Δεν θα την “ξαναξεχάσω”:
Συγνώμη για την ενόχληση .
Είμαι κωφάλαλος και προσπαθώ να επιβιώσω με όποιον τρόπο μπορώ.
Πουλάω τα πράγματα που βλέπετε μπροστά σε τιμές που αναγράφονται επάνω τους.
Δεν χρειάζεται να αγοράσετε κάτι ή να συνεισφέρετε.
Ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας και καλή σας συνέχεια.
Αποφασίσαμε να πάρουμε κάτι. Όχι από ντροπή. Από έγνοια.
«Θέλεις εσύ κάτι;» την ρώτησα.
«Όχι, εσύ;»
Βλέπεις, πρόσφατα είχα χάσει το μπρελόκ από τα κλειδιά μου (βασικά μαζί με όλα τα κλειδιά μου, αλλά αυτό είναι από άλλη ιστορία…). Οπότε και σήκωσα ένα πολύ χαριτωμένο από το τραπέζι. Αλλά μαζί με το μπρελόκ ήταν δεμένο πάνω του ένα από αυτά τα μικρά λέιζερς που αγοράζαμε μικροί από τα “παζάρια”.
Ο φιλαράκος μου επέστρεψε. Χαμογέλασε και μας κοίταξε με τα φρύδια σηκωμένα. Χαμογελάσαμε πίσω και εγώ σήκωσα τα κλειδιά μου. Του έδειξα το νέο μου μπρελόκ και μαζί με τα χρήματα του έδωσα πίσω το λεϊζεράκι που δεν «χρειαζόμουν».
Ήταν σειρά του να γουρλώσει τα μάτια. Με κοίταξε με απορία. Του εξήγησα ότι δεν το χρειαζόμουν και θα ήθελα να το κρατήσει αυτός.
Αυτή τη φορά δεν χαμογέλασε όπως περίμενα. Έμοιαζε μπερδεμένος. Αφού σκέφτηκε λίγο, ξεκίνησε να ψάχνει κάτι ανάμεσα στα υπόλοιπα μπρελόκ του. Ήταν σειρά του να μου “αφήσει” κάτι. Και μου έδωσε ένα από εκείνα τα γατζάκια (τα καραμπίνερ). Ήταν “όμορφο”. Και ήταν σειρά μου. Σηκώθηκα, τον αγκάλιασα. Το ίδιο και αυτός. Τραβηχτήκαμε. Γνέψαμε ευχαριστώ ο ένας στον άλλον και χαιρετηθήκαμε.
Δεν ξέρω αν ή ποιος «πούλησε» κάτι και σε ποιον.
Ούτε και αν «αγόρασε».
Πάντως εγώ σήμερα έμαθα κάτι ?
